ΜΕΤΑΜΝΗΜΟΝΙΑΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

UTOPIA
Ο Νίκος Φωτόπουλος είναι Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας

Ο Νίκος Φωτόπουλος, Επ.Καθηγητής Κοινωνιολογίας, πανεπιστήμιο Δ. Μακεδονίας

H εκπαιδευτική πολιτική στη μετα – μνημονιακή Ελλάδα. Eπισημάνσεις στρατηγικής για  μια «ρεαλιστική ουτοπία» απέναντι στη νεοφιλελεύθερη θηριωδία των τελευταίων χρόνων

Είναι σαφές πως η αλλαγή στο τιμόνι της διακυβέρνησης της χώρας αποτελεί κάτι περισσότερο από μια ελπιδοφόρα ανατροπή στη σύγχρονη πολιτική ιστορία του τόπου. Κι αυτό γιατί τα τελευταία χρόνια βιώσαμε την πιο βάναυση αποδόμηση βασικών δικαιωμάτων και κατακτήσεων που για να θεμελιωθούν χρειάστηκαν δεκαετίες κοινωνικών αγώνων.

Ειδικότερα στο χώρο της εκπαίδευσης γίναμε μάρτυρες της πιο ανελέητης πολιτικής με στρατηγικό στόχο την απαξίωση της παιδείας ως δημόσιου και κοινωνικού αγαθού. Επιδίωξη που επιχειρήθηκε μέσα από το διασυρμό και τη συκοφάντηση των εκπαιδευτικών, τη μισθολογική τους ταπείνωση, τη διοικητική και παιδαγωγική χειραγώγηση του έργου τους, την υποτίμηση της κοινωνικής τους αποστολής, τη συνειδητή υποβάθμιση του κοινωνικού τουs status.

Ταυτόχρονα, μεθοδεύτηκε η ανερυθρίαστη ενίσχυση των ιδιωτικών συμφερόντων στην εκπαίδευση μέσα από τη μονομερή θεσμική ενίσχυση των σχολαρχών και την εργασιακή εξαθλίωση των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, τη στήριξη των ιδιοκτητών κέντρων κατάρτισης, την αναγνώριση των προσόντων που παρέχουν τα κολέγια και τα μετα – λυκειακά κέντρα σπουδών υποβαθμίζοντας καθημερινά το επίπεδο και το ρόλο της εκπαίδευσης ως δημόσιας πολιτικής. Με άλλα λόγια, με πρόσχημα τη δημοσιονομική προσαρμογή της χώρας στις ανάγκες του μνημονίου και την πολιτική λιτότητας, ενορχηστρώθηκε η συνολική αμφισβήτηση της εκπαίδευσης ως δημόσιας πολιτικής.

Ο ιδεολογικός πυρήνας της στρατηγικής αυτής υπήρξε η επιχειρούμενη μετάλλαξη της εκπαίδευσης από δημόσιο και κοινωνικό αγαθό σε κοινό καταναλωτικό είδος του ελεύθερου εμπορίου στη βάση της εξατομικευμένης ευθύνης του καθενός. Είναι σαφές, πώς η επιλογή αυτή, συνοδευόμενη από συγχωνεύσεις, καταργήσεις, αφανισμούς εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, αλλοιώσεις στη φυσιογνωμία του σχολείου, αποσκοπούσε στον περιορισμό της πρόσβασης στο αγαθό της γνώσης με συνέπεια οι περισσότερο κοινωνικά και οικονομικά ευάλωτες ομάδες να πληχθούν άμεσα, ενώ ο κύκλος του εκπαιδευτικού και κοινωνικού αποκλεισμού να διευρύνεται διαρκώς.

Πέρα από την αρνητική ένταση που εμφανίστηκε σε φαινόμενα όπως η σχολική διαρροή, το ψυχολογικό stress  της αποτυχίας, η οικονομική αφαίμαξη των γονιών κ.α, εδραιώθηκε ταυτόχρονα το αίσθημα της ματαίωσης σε διδάσκοντες και διδασκόμενους αφού καμία ευοίωνη προοπτική δεν μπορούσε να προκύψει από πουθενά. Επιπροσθέτως σε όλες τις μορφές της συστημικής επικοινωνιακής προπαγάνδας κυριαρχούσαν η κατασυκοφάντηση των εκπαιδευτικών λειτουργών καθώς και των υπηρεσιών που παρέχονται από τα δημόσια εκπαιδευτικά ιδρύματα. Κι όλα τα ανωτέρω, να λαμβάνουν χώρα σε μια αντικειμενική πραγματικότητα στην οποία εξακολουθούν να κυριαρχούν η ανεργία των νέων, η ανεργία των πτυχιούχων, η «διαρροή των εγκεφάλων» στο εξωτερικό, οι χιλιάδες νέοι που παραμένουν εκτός εκπαίδευσης, κατάρτισης και απασχόλησης αποζητώντας μια ελπίδα στα τυφλά.

Χολερικό σκηνικό

Χωρίς αμφιβολία, στο χώρο της εκπαίδευσης στήθηκε από τους θιασώτες του μνημονίου το πιο «χολερικό» σκηνικό που θα μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Ενδεικτικά και μόνο βιώσαμε:

  • το στέρεμα των πηγών χρηματοδότησης
  • το ψυχρό ύφος του διοικητικού αυταρχισμού
  • τη γραφειοκρατική εντατικοποίηση των σπουδών
  • την επιβολή της εξετασιολαγνείας με το πρόσχημα της ποιότητας και της επιλογής των αρίστων
  • την προώθηση της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών ως διαδικασίας επιτήρησης και τιμωρίας
  • τη βίαιη και ατεκμηρίωτη διαθεσιμότητα καθώς και τις απολύσεις μάχιμων λειτουργών μέσα από την κατάργηση νευραλγικών ειδικοτήτων στην τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση

 Την ίδια στιγμή  αυτές οι  βαθύτατα νέο-συντηρητικές επιλογές εδράζονταν σε μια κενόδοξη ρητορική που πρέσβευε τη δημοσιονομική εξυγίανση, τον εξορθολογισμό της δημόσιας εκπαίδευσης, τη δήθεν ανταγωνιστικότητα του εκπαιδευτικού μας συστήματος, την αποδοτικότητα των υπηρεσιών του, τη διασφάλιση της ποιότητας κ.ο.κ.

Ρητορική η οποία ευαγγελιζόταν ένα ψευδεπίγραφο μεταρρυθμιστικό πρόταγμα αποσιωπώντας το εγχείρημα εδραίωσης «ενός εργαλειακού Λόγου» ο οποίος απογύμνωνε καθημερινά το ιδεώδες της παιδείας από τα κυτταρικά του συστατικά: την ουσιαστική μόρφωση, την καλλιέργεια συλλογικής συνείδησης και κοινωνικής αλληλεγγύης, την στέρεα επαγγελματική προοπτική, την ανθρώπινη ευδαιμονία, την αυτοπραγμάτωση των υποκειμένων.

Απορρόφηση κοινοτικών πόρων χωρίς αναπτυξιακό και παραγωγικό προσανατολισμό

Το σκηνικό αυτό όμως δεν στήθηκε μόνο στο τυπικό εκπαιδευτικό σύστημα. Ευδοκίμησε και στο πεδίο της μη τυπικής εκπαίδευσης. Οι πολιτικές για την κατάρτιση και τη δια βίου μάθηση υποβαθμίστηκαν σε διαχειριστικές πρακτικές απορρόφησης κοινοτικών πόρων χωρίς αναπτυξιακό και παραγωγικό προσανατολισμό με άδηλο στόχο την ενίσχυση ιδιωτικών συμφερόντων, την επανατροφοδότηση της  ανεργίας, την ανακύκλωση του κοινωνικού αποκλεισμού. Αντί η επαγγελματική εκπαίδευση – κατάρτιση να συνδεθεί με την προώθηση  ενός δυναμικού παραγωγικού μοντέλου ανάπτυξης της οικονομίας, υποβαθμίστηκε συνειδητά σε εργαλείο διαχείρισης της ανεργίας και της απασχολησιμότητας χωρίς κανένα σχέδιο σύνδεσης με την παραγωγή, χωρίς μέριμνα για την ουσιαστική ανάπτυξη των ειδικοτήτων και των επαγγελματικών περιγραμμάτων, χωρίς επαφή με τις πραγματικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας.

Επιπροσθέτως, ακόμα και η γενική εκπαίδευση ενηλίκων αποδυναμώθηκε μέσα από το μαρασμό των Σχολείων Δεύτερης Ευκαιρίας, το σβήσιμο των Σχολών Γονέων αλλά και των Κέντρων Εκπαίδευσης Ενηλίκων. Παράλληλα, αποδιοργανώθηκαν όλες οι διαδικασίες πιστοποίησης προσόντων μέσα από την εκχώρηση προνομίων σε ιδιωτικούς οργανισμούς (ξένες γλώσσες – πληροφορική κλπ) χωρίς αυστηρές προδιαγραφές, έλεγχο και σαφές θεσμικό πλαίσιο. Αποκορύφωμα της πορείας αυτής υπήρξε «το ναυάγιο» της προσπάθειας να διαμορφωθεί το κοινωνικά αναγκαίο Εθνικό Πλαίσιο Προσόντων αφού ακόμα και από το αρμόδιο όργανο της Ε.Ε (Αdvisory Group) διαπιστώθηκε η αντικειμενική ανεπάρκεια θεσμικών μέτρων και διαδικασιών αξιοπιστίας των προϋποθέσεων αναγνώρισης των προσόντων – σε συγκεκριμένα σημεία – στη χώρα μας.

Με άλλα λόγια στη βάση μιας δήθεν εκσυγχρονιστικής μεταρρυθμιστικής  εκστρατείας, θεμελιώθηκε το είδος ενός νεο-συντηρητικού δόγματος στην εκπαίδευση, το οποίο, ακόμα και για τους πιο «ανεκτικούς» στις μνημονιακές δεσμεύσεις, ελάχιστη σχέση είχε με το πρόγραμμα της δημοσιονομικής προσαρμογής. Aπεναντίας, η αρνητική οικονομική συγκυρία λειτούργησε ως η κατάλληλη ευκαιρία για να αποδιοργανωθεί το θεσμικό πλαίσιο της δημόσιας αλλά και της ιδιωτικής εκπαίδευσης με αποτέλεσμα:

  • τη διεύρυνση των εκπαιδευτικών και κοινωνικών ανισοτήτων
  • την ανακύκλωση των μειοψηφικών οικονομικών και κοινωνικών elites της χώρας μέσω του εκπαιδευτικού και κοινωνικού αποκλεισμού των «μη εχόντων»
  • την ενίσχυση των ιδιωτικών και ανεξέλεγκτων επιχειρηματικών συμφερόντων στο χώρο εκπαίδευσης -κατάρτισης

Επαναπροσδιορισμός της εκπαιδευτικής πολιτικής στην μετα-μνημονιακή Ελλάδα

Είναι σαφές, πως η νέα πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας βρίσκεται ευθέως αντιμέτωπη με αυτό το αρνητικό σκηνικό. Κι αυτή είναι η μεγάλη ευθύνη και ταυτόχρονα πρόκληση, αφού, εκτιμώντας και το οικονομικό πλαίσιο που θα διαμορφώσει η νέα Ευρωπαϊκή συμφωνία για το δημόσιο χρέος της χώρας, ενυπάρχουν σημαντικά πεδία για παρεμβάσεις και μεταρρυθμίσεις που θα επαναπροσδιορίσουν εκ βάθρων το τοπίο της εκπαιδευτικής πολιτικής στη μετα -μνημονιακή Ελλάδα.

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό λοιπόν, να αναληφθούν πρωτοβουλίες επείγουσας προτεραιότητας οι οποίες:

  • θα αντιμετωπίσουν την ανθρωπιστική κρίση μέσα στα σχολεία και τις υποβαθμισμένες περιοχές (με κοινωνικά, οικονομικά και γεωγραφικά κριτήρια) εξαλείφοντας εικόνες και συμβάντα που προσβάλλουν βάναυσα την ποιότητα και την ουσία της δημοκρατίας μας
  • θα αποκαταστήσουν τις αδικίες και τους ατεκμηρίωτους διωγμούς που υπέστησαν μάχιμοι εκπαιδευτικοί της πράξης (απολύσεις, διαθεσιμότητες, πειθαρχικές και συνδικαλιστικές διώξεις κ.α)
  • θα αναδιαμορφώσουν το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο με ένα και μοναδικό σκοπό : τη θεμελίωση ενός σύγχρονου δημοκρατικού εκπαιδευτικού συστήματος σε όλες τους τις εκφάνσεις και εκδοχές.
  • θα επανα-θεμελιώσουν την κλονισμένη σχέση εμπιστοσύνης της επίσημης πολιτείας με τους εκπαιδευτικούς λειτουργούς της σε όλες τις βαθμίδες

Η νέα πολιτική ηγεσία, είναι αναγκαίο να αναδείξει ένα ριζοσπαστικό πολιτικό παράδειγμα και ύφος διακυβέρνησης αντιμετωπίζοντας με αίσθημα ευθύνης τα προβλήματα της εκπαίδευσης και επιπλέον να δεσμευτεί έμπρακτα απέναντι στα ανοικτά αιτούμενα της εκπαιδευτικής κοινότητας για :

  • την αναγνώριση συγκεκριμένων περιοχών της χώρας ως ζωνών άμεσης και  επείγουσας εκπαιδευτικής προτεραιότητας προκειμένου να αμβλυνθούν οι ανισότητες και να δομηθεί σταδιακά  η προοπτική  ενός μοντέλου ισόρροπης και αρμονικής ανάπτυξης σε όλη την επικράτεια. Αυτό προϋποθέτει την ενδελεχή μελέτη και ανάλυση του χάρτη των γεωγραφικών, κοινωνικών, οικονομικών και εκπαιδευτικών  ανισοτήτων με στόχο την έμπρακτη παρέμβαση, σε συνεργασία με τους ενδιαφερόμενους κοινωνικούς φορείς, σε μια προσπάθεια να εμπλακούν σθεναρά η κεντρική διοίκηση, οι φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, οι κοινωνικές, εκπαιδευτικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις κ.α.  Αυτό που θα  πρέπει να καταστεί σαφές είναι ότι απαιτείται η άμεση εκπαιδευτική ενίσχυση σε πόρους, υποδομές και εκπαιδευτικό προσωπικό των περιοχών με χαμηλούς δείκτες εκπαίδευσης και ευημερίας, αφού έτσι μόνο είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν ρεαλιστικά τα επείγοντα φαινόμενα σχολικής διαρροής, χαμηλών επιδόσεων, σχολικής βίας, ξενοφοβίας, ρατσισμού, πολιτιστικής υστέρησης κ.ο.κ
  • την στήριξη και το δομημένο σχεδιασμό της προσχολικής αγωγής, προκειμένου να  προσφέρεται στους νέους και εργαζόμενους γονείς,  ασφαλής και παιδαγωγικά δημιουργική φύλαξη των παιδιών τους καθώς και την ουσιαστική και πολύπλευρη ενίσχυση των ολοήμερων σχολείων μέσω της παιδαγωγικής ενδυνάμωσης του ρόλου τους.
  • την απελευθέρωση του μαθητικού δυναμικού και των οικογενειών τους από τον ψυχαναγκασμό της παραπαιδείας και το φροντιστηριακό παροξυσμό με ειδική μέριμνα για την πιστοποίηση βασικών δεξιοτήτων μέσα στα δημόσια εκπαιδευτήρια (ξένες γλώσσες, πληροφορική) χωρίς καμία οικονομική επιβάρυνση για την ελληνική οικογένεια. Ταυτόχρονα αυτό είναι αναγκαίο ιδωθεί σε συνδυασμό με τη διαμόρφωση ενός ορθολογικού, δίκαιου και παιδαγωγικά τολμηρού Εθνικού συστήματος πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση που να αναγνωρίζει την ατομική προσπάθεια, να μην ισοπεδώνει τη διαφορά, να διασφαλίζει την αξιοκρατία και την ισότητα των ευκαιριών ανοίγοντας δρόμους ζωής στους μαθητές και τις μαθήτριες χωρίς να δηλητηριάζεται ψυχολογικά η φύση και η ουσία της ηλικίας τους.
  • την ορθολογική λειτουργία της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με τρόπο που να θεμελιώνεται η τεκμηριωμένη και σύμφωνη με τις αναπτυξιακές και κοινωνικές ανάγκες κατανομή  των ιδρυμάτων,  των επιστημονικών τομέων και ειδικοτήτων, του αριθμού των φοιτητών σε κάθε τριτοβάθμιο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Δίπλα στη στην στρατηγική αυτή απαιτείται άμεσα η δημιουργία ενός σύγχρονου θεσμικού πλαισίου λειτουργίας των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, τέτοιου που να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας και επιπλέον να εγγυάται τη διαφύλαξη του Πανεπιστημίου ως ακαδημαϊκού χώρου ελεύθερης διακίνησης ιδεών με στόχο την επαναθεμελίωση του πανεπιστημιακού χώρου ως αυθεντικού και καινοτόμου πνευματικού, ερευνητικού, πολιτικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος.
  • τη σχεδιασμένη ενίσχυση της έρευνας
  • την αναβάθμιση του κτιριακού και εργαστηριακού εξοπλισμού των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων με την ταυτόχρονη ενίσχυση των υποδομών, την παροχή κινήτρων αξιοποίησης και παραμονής των νέων επιστημόνων στη χώρα μας, τη φοιτητική μέριμνα, τη διατήρηση της παροχής των δωρεάν συγγραμμάτων και του πρόσθετου εκπαιδευτικού υλικού καθώς και την παροχή επιπρόσθετης στήριξης σε όσους αποδεδειγμένα προέρχονται από  αδύναμες οικονομικά τάξεις
  • την επένδυση σε υποδομές, ανθρώπινο δυναμικό, νέες ειδικότητες, αναλυτικά προγράμματα καθώς και την παροχή αναγνωρισμένων προσόντων και δικαιωμάτων στο χώρο της επαγγελματικής εκπαίδευσης – κατάρτισης  με στόχο την ανατροπή της αρνητικής εικόνας που συνοδεύει τις σπουδές αυτές. Ειδικότερα στο χώρο της μη τυπικής εκπαίδευσης είναι ιδιαίτερα επιβεβλημένο να θωρακιστεί το ισχνό θεσμικό πλαίσιο ώστε να προφυλαχθεί το κύρος και η αξιοπιστία του από φαινόμενα κερδοσκοπίας και εκμετάλλευσης των νέων ανθρώπων οι οποίοι διεκδικούν μια άμεση πρόσβαση στον επαγγελματικό βίο.
  • την  πλατιά ενίσχυση της δια βίου μάθησης σε ολόκληρο το εργασιακό φάσμα καθώς και τη σύνδεση του κόσμου της εργασίας με τη δωρεάν και ελεύθερη πρόσβαση σε όλες τις μορφές μάθησης. Στρατηγικός στόχος απαιτείται να είναι: α) η ενδυνάμωση του δικαιώματος στη δια βίου μόρφωση, β) η παροχή πολλών και ίσων ευκαιριών σε εργαζόμενους με έμφαση στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων και των ικανοτήτων τους γ) η σθεναρή αντιμετώπιση των αρνητικών συνεπειών που προκαλούν οι εκπαιδευτικές ανισότητες στον επαγγελματικό βίο των εργαζομένων οι οποίες ενδημούν σε όλες τις βαθμίδες του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Η δια βίου μάθηση οφείλει να στηριχθεί σε δύο πυλώνες: α) στη γενική εκπαίδευση ενηλίκων, με στόχο τη πολιτισμική και μορφωτική ενδυνάμωση κατά προτεραιότητα εκείνων που διαθέτουν ισχνό πολιτισμικό και μορφωτικό κεφάλαιο λόγω των εκπαιδευτικών και κοινωνικών ανισοτήτων β) στη συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση, με στόχο την ανάπτυξη των επαγγελματικών προσόντων και την ενίσχυση του εργατικού δυναμικού. Είναι σαφές, πως ειδικά το φάσμα της επαγγελματικής εκπαίδευσης -κατάρτισης, απαιτείται να υποστηρίζεται και να καθοδηγείται επιστημονικά από τα συναφή ιδρύματα Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης της χώρας τα οποία κατέχουν υψηλή τεχνογνωσία και επιστημονική επάρκεια, ενώ είναι άμεσα επιβεβλημένο να διασυνδεθεί με τους στόχους και την προσπάθεια παραγωγικής ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας καθώς και τις αναπτυξιακές προοπτικές που η νέα κυβέρνηση οφείλει να δρομολογήσει.
  • τον αυστηρό έλεγχο του χώρου της ιδιωτικής εκπαίδευσης με σκοπό τη  λειτουργία των πάσης φύσεως παρόχων εκπαίδευσης-κατάρτισης ως χώρων παροχής αξιόπιστου εκπαιδευτικού και πολιτιστικού έργου και όχι ως ανεξέλεγκτων πεδίων παροχής τίτλων και προσόντων στη βάση της κοινής εμπορευματικής λογικής και της ασυδοσίας της αγοράς.

Επειδή τα προβλήματα στο εκπαιδευτικό μας σύστημα δεν μπορούν να περιμένουν, η νέα πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, οφείλει να δεσμευτεί ενώπιον του ελληνικού λαού στην άμεση έναρξη  μιας  έντιμης και ειλικρινούς κοινωνικής  διαβούλευσης  με  στόχο  τη  χάραξη  μιας  εθνικής  στρατηγικής για την παιδεία και τον πολιτισμό της χώρας συνολικότερα. Είναι αναγκαίο οι θεσμοί να λειτουργήσουν υποδειγματικά και ταυτόχρονα απελευθερωτικά προκειμένου να δρομολογηθεί  η δημιουργία και η άμεση υλοποίηση ενός εθνικού και ριζοσπαστικού σχεδίου εκπαιδευτικής πολιτικής στην μετα-μνημονιακή Ελλάδα, με ένα και μοναδικό στόχο που μόνο μια κυβέρνηση της Αριστεράς μπορεί να τολμήσει : τη χάραξη, την  ανάδειξη και την πραγμάτωση μιας «ρεαλιστικής ουτοπίας».