ΝΑ ΜΗΝ ΩΦΕΛΟΥΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ

ΕΡΕΥΝΑ1

Τριαντάφυλλος Αλμπάνης, αναπληρωτής Πρύτανης Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Οι ερευνητικές επιδόσεις των ελληνικών πανεπιστημίων κατά τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια βρίσκονται σταθερά πολύ πάνω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, στον αντίποδα με ό,τι ισχύει στην οικονομία και την ανάπτυξη της χώρας. Τα πανεπιστήμια σήμερα υλοποιούν πάνω από το 90% των ερευνητικών έργων σε εθνικό επίπεδο.

Η οικονομική κρίση, παρά της αρνητικές εξελίξεις στη χρηματοδότηση από εθνικούς πόρους, δεν φαίνεται να έχει επηρεάσει αρνητικά, σε ανάλογο βαθμό, την ερευνητική δραστηριότητα των ιδρυμάτων. Το ελληνικό αυτό «παράδοξο» με τις επιτυχίες στα ανταγωνιστικά Ευρωπαϊκά προγράμματα έχει τη βάση του στο πολύ καλό επιστημονικό υπόβαθρο των ελλήνων καθηγητών και μεταπτυχιακών φοιτητών, τον σαφή διεθνή προσανατολισμό της συντριπτικής πλειοψηφίας των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας, καθώς και στην ικανοποιητική αξιοποίηση των επιστημονικών υποδομών που αναπτύχτηκαν από ίδιους πόρους των Ιδρυμάτων.

Στη χώρα μας έχει καταγραφεί μια δομικού χαρακτήρα αδυναμία για την αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της έρευνας και ιδιαίτερα εκείνων που αναφέρονται στις θετικές επιστήμες, την υγεία, τις νέες τεχνολογίες, τα υλικά, το περιβάλλον, την ενέργεια κ.ά.. Οι δυνατότητες νέας επιχειρηματικότητας με βάση την έρευνα και την καινοτομία υφίστανται μόνο στον τομέα της παροχής υπηρεσιών, ενώ απουσιάζει πλήρως κάθε προοπτική ανάπτυξης νέων παραγωγικών επιχειρήσεων, λόγω της αδυναμίας ή απροθυμίας σχετικών επενδύσεων.

Τα πανεπιστήμια και οι ερευνητικές ομάδες επί σειρά ετών έχουν αναζητήσει μέσα από συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα την ερευνητική συνεργασία με ιδιωτικές επιχειρήσεις και βιομηχανίες. Τα αποτελέσματα, ενώ ήταν επιτυχή στην διεκδίκηση νέων έργων, απεδείχθησαν πενιχρά όσον αφορά την αξιοποίησή τους προς όφελος της οικονομίας. Οι επιχειρήσεις ήταν οι μόνες που ωφελήθηκαν αφενός από την άντληση πόρων για δαπάνες μισθοδοσίας του προσωπικού τους και αφετέρου για τον μερικό εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού τους. Σε πολύ λίγες περιπτώσεις είχαμε, ύστερα από τη λήξη των ερευνητικών έργων, μία θετική συνέχεια προς όφελος των δύο μερών και κυρίως αναφορικά με τη διασφάλιση των θέσεων εργασίας των νέων ερευνητών που αναδείχθηκαν μέσα από αυτές τις συνεργασίες.

Ο νέος Νόμος 4310/2014 για την «Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία» που ρυθμίζει τη σύνδεση των ΑΕΙ με την επιχειρηματικότητα έχει θετική διάσταση όσον αφορά στην απελευθέρωση από τον ασφυκτικό δημόσιο έλεγχο της αυτοχρηματοδότησης των πανεπιστημίων μέσω των ΕΛΚΕ (Επιτροπών Ερευνών). Θα πρέπει, όμως, να προσδιοριστούν οι όροι συνεργασίας και τα οφέλη και για τις δυο πλευρές, που είναι τα πανεπιστήμια και οι επιχειρήσεις. Ειδικότερα για τα Πανεπιστήμια θα πρέπει να διασφαλιστεί ο δημόσιος και ακαδημαϊκός χαρακτήρας τους και η σαφής προσήλωσή τους στο κοινωνικό όφελος που θα προκύπτει από τη συνεργασία αυτή. Η απόφαση αυτή του Υπουργείου δεν πρέπει να αποτελέσει δικαιολογία για την απεμπόληση των υποχρεώσεων του κράτους για τη δημόσια επιχορήγηση των Ιδρυμάτων, η οποία, κατά τα τελευταία τέσσερα χρόνια, έχει μειωθεί πάνω από 60% για ορισμένα πανεπιστήμια. Η κάθε επένδυση στην παιδεία αποτελεί επένδυση στο μέλλον της χώρας και ιδιαίτερα στους νέους ανθρώπους.